Είναι μία χώρα που ζει, τρέφεται, αναπνέει μέσα από τις αντιθέσεις της. Είσαι με εμάς ή με τους άλλους; Είσαι με τους εθνικόφρονες Περονιστές ή με τους αριστερούς; Είσαι με το μακιαβελικό, στεγνό, αυστηρό, αποτελεσματικό, δομημένο ποδόσφαιρο του Κάρλος Μπιλάρδο ή με το γεμάτο αλεγρία, φαντασία, ελευθερία, συναρπαστικότητα παιχνίδι του ακραία επαναστατικού Σέζαρ Λουίς Μενότι; Είσαι με τον Λιονέλ Μέσι ή με τον Κάρλος Τέβες; Είσαι με τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου ή με το είδωλο ενός ολόκληρου λαού; Λίγο πριν τον τελικό του Βερολίνου, το ερώτημα επανέρχεται πιο καυτό από ποτέ…
Είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος ή δύο εντελώς διαφορετικά νομίσματα; Για την ακρίβεια, είναι δύο ευθείες που δεν τέμνονται πουθενά. Εκτός από μία συγκυρία. Το απόγευμα της 16ης Ιουνίου του του 2006, μαζί σηκώθηκαν για ζέσταμα, μαζί μπήκαν στην επανάληψη εκείνου του εκκωφαντικού 6-0 επί της Σερβίας στο Μουντιάλ της Γερμανίας, μαζί σκόραραν τα παρθενικά τους γκολ σε Παγκόσμιο Κύπελλο κι έκαναν τον Ντιέγκο Μαραντόνα να παραληρεί στις εξέδρες της «Φέλτινς Αρένα». Ήταν η μοναδική φορά, που μπόρεσαν να συμβιώσουν κάτω από την ίδια φανέλα. Το μοναδικό βράδυ που οι δυο τους μπόρεσαν να συνεργαστούν, να επικοινωνήσουν, να παράξουν κάτι μαζί…
Το υπόβαθρό τους είναι τόσο ίδιο, μα συνάμα τόσο διαφορετικό. Ο Κάρλος Τέβες δεν γνώρισε ποτέ τους βιολογικούς τους γονείς, αν και στα πρώτα του χρόνια κουβαλούσε το επώνυμο της μητέρας του Φαμπιάνα Μαρτίνες. Είχε τραυματικά παιδικά χρόνια με την κυριολεκτική έννοια της σημασίας. Ένα ατύχημα με ένα τσουκάλι με καυτό νερό που έπεσε στο λαιμό του όταν ήταν 10 μηνών, έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι από εκείνα χρόνια. Μεγάλωσε στην σκληρή γειτονιά του Fuerte Apache, οι απόφοιτοι της οποίας ήταν εκείνα τα χρόνια οι πρώτοι υποψήφιοι για μεταπτυχιακό στην… φυλακή: «Αν δεν ήταν η Μπόκα, πιθανότατα θα ήμουν νεκρός ή στη φυλακή».
Το ευ ζειν το οφείλει σε μία… πλαστογραφία. Στα 13 του ήταν ήδη κάτι το εξαιρετικό, μα η Ολ Μπόις αρνούνταν να του δώσει το δελτίο για να πάει στην αγαπημένη του Μπόκα. Ο πατριός του, Σεγούντο Τέβες σκαρφίστηκαν ένα τρικ. Εν μία νυκτί ο Κάρλος Μαρτίνες «πέθανε» και γεννήθηκε ο Κάρλος Τέβες, με νέα χαρτιά, νέο δελτίο, νέα ζωή. Στην Μπόκα οφείλει τα πάντα. Ένας από τους πρώτους του προπονητές στους νέους, ο Ραμόν Μαντόνι ήταν αυτός που τον τάιζε κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τον τάιζε ποδοσφαιρικές γνώσεις και μετά το τέλος των προπονήσεων του έκανε το τραπέζι, υποθέτοντας ότι οι γονείς του δεν έχουν την οικονομική άνεση να τον θρέψουν κανονικά και υγιεινά. Η Μπόκα αγόρασε σπίτι στους γονείς του σε μία πιο ήσυχη γειτονιά, αυτή τον έδωσε τα πρώτα του λεφτά και την ευκαιρία να γίνει κάποιος. Ο Τέβες ποτέ δεν το ξεχνάει. Κάτω από την μπλούζα του έχει πάντα ένα μπλουζάκι με το όνομα της γειτονιάς που μεγάλωσε. Σε κάθε του δήλωση δεν ξεχνάει να θυμίζει πόσο πολύ αγαπά την Μπόκα Τζούνιορς. Πως θα έπαιζε ακόμα και τσάμπα για αυτήν. Δεν ξεχνά να θυμίζει πόσο Αργεντινός είναι σε κάθε κύτταρο του κορμιού του, παρότι εδώ και χρόνια ζει στην ξενιτιά.

Είναι δύσκολο να είσαι... ο Μέσι!
Δεν μεγάλωσε σε θετή οικογένεια, μα τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν αυτό που λέμε γεμάτα ξεγνοιασιά και οικογενειακή θαλπωρή. Το εξωπραγματικό ταλέντο του ήταν ευλογία, μα και κατάρα. Ότι του έδωσε ο Θεός σε χάρισμα στα πόδια του το αφαίρεσε από κάπου αλλού. Στο σχολείο του Ροζάριο όπου πέρασε τα πρώτα του μαθητικά χρόνια, οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές του θυμούνται ένα παιδάκι περίπου… μουγγό. Μία σκιά. Ένα άλαλο παιδάκι που απλά σε κοίταζε με ένα αθώο βλέμμα, χωρίς να βγάζει λέξη. Το ίδιο φοβισμένο πλάσμα που αδυνατούσε να πάρει οποιαδήποτε πρωτοβουλία στην τάξη, μεταμορφωνόταν αίφνης σε ένα αγρίμι όταν του έδινες μία μπάλα στα πόδια.
Δεν ήρθαν όλα εύκολα στην ζωή του Λιονέλ Μέσι. Η θεραπεία με τις ατελείωτες ενέσεις αυξητικής ορμόνης για να πάρει λίγο μπόι και να μην μείνει… νάνος ήταν επώδυνη. Η ψυχολογική δοκιμασία στην Βαρκελώνη ακόμα μεγαλύτερη. Ο Λίο έφυγε για την Καταλονία σε ηλικία 13 ετών μαζί με τον πατέρα του Χόρχε, αφήνοντας πίσω την μητέρα του και τα τρία του αδέλφια (Ροδρίγο, Μαρισόλ, Ματίας). Στην Masia ήταν κι εκεί σαν ένα φάντασμα. Δίχως φίλους, παρέες και παιδικά πειράγματα. Από τα 13 του ζούσε σαν επαγγελματίας. Η παρουσία του πατέρα του στην Βαρκελώνη και η υπενθύμιση πως η υπόλοιπη οικογένεια που έμεινε πίσω στήριζε τις ελπίδες της για κάτι καλύτερο στο ενδεχόμενο να γίνει μεγάλος και τρανός ποδοσφαιριστής, αφαίρεσε κάθε αθωότητα από την παιδική του ηλικία. Μεγάλωσε απομονωμένος από τα πάντα. Δεν είχε σχέσεις, φλερτ, ενδιαφέροντα, εφηβικές αταξίες. Ήταν ένα ρομπότ, προγραμματισμένο ώστε να γίνει κάποια στιγμή ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο.

Είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο. Αναμφίβολα. Δεν είμαι όμως καν ο πιο δημοφιλής στην χώρα του. Στο δημοψήφισμα για τον κορυφαίο Αργεντινό αθλητή για το 2014 είδε την πλάτη της Λουτσιάνα Αϊμάρ (παίκτρια του χόκεϊ επί χόρτου), ενώ καλύτερος ποδοσφαιριστής από τους συμπατριώτες του ψηφίστηκε ο Άνχελ Ντι Μαρία. Ο Μέσι είναι εξωπραγματικός. Είναι οικουμενικός. Είναι περισσότερο παγκόσμιος, παρά Αργεντινός. Μπορεί να έχει βαφτιστεί… Θεός (D10S), μα στην πραγματικότητα ο Μέσι δεν είναι καν προφήτης στον τόπο του. Ακόμα κι αν στο Βερολίνο βγάλει στο χορτάρι όλα τα μεταφυσικά του χαρίσματα…
Πηγή: sdna.gr
loading...
